ανόητος Greek - German

1.

  • Germandoo

  • Greekσαχλός, χαζός, ανόητος


2.


3.


4.

  • Germandum, doo, blöd

  • Greekβλάκας, ηλίθιος, ανόητος


5.


6.


7.





English translator: Greek German ανόητος   Australian Dictionary