ανόητος Greek - Faroese

1.

  • Greekσαχλός, χαζός, ανόητος


2.


3.


4.

  • Faroesebýttur

  • Greekβλάκας, ηλίθιος, ανόητος


5.


6.


7.





English translator: Greek Faroese ανόητος   Australian Dictionary