ανόητος Greek - French

1.

  • Frenchsot, insensé, idiot

  • Greekσαχλός, χαζός, ανόητος


2.


3.


4.

  • Frenchstupidebête

  • Greekβλάκας, ηλίθιος, ανόητος


5.


6.


7.





English translator: Greek French ανόητος   Australian Dictionary