διαφωνώ Greek - Chinese

1.


2.

  • Chinese

  • Greekδιαφωνώ, αντιτίθεμαι, ενίσταμαι, αντιτείνω


3.





English translator: Greek Chinese διαφωνώ  Eesti sõnaraamat   Español Traductor   Svenska Översättare