απαρχαιωμένος Greek - Catalan

1.


2.


3.

  • Catalanarcaic

  • Greekαπαρχαιωμένος, αρχαϊκός


4.

  • Catalanarcaic

  • Greekαπαρχαιωμένος, αρχαϊκός





English translator: Greek Catalan απαρχαιωμένος  Eesti sõnaraamat   Español Traductor   Svenska Översättare