mispeli Greek
4 translations
| Translation | Context | Audio |
|---|---|---|
|
common
🇫🇮 Mispeli tarkoittaa epäonnistumista
🇬🇷 Mispeli σημαίνει αποτυχία
🇫🇮 Hän teki mispeliä projektissa
🇬🇷 Έκανε αποτυχία στο έργο
|
formal | |
|
common
🇫🇮 Se oli suuri mispeli
🇬🇷 Ήταν μια μεγάλη ήττα
🇫🇮 Lähtiessäni peliin, tiesin sen olevan mispeli
🇬🇷 Όταν πήγα στο παιχνίδι, ήξερα ότι θα είναι ήττα
|
everyday use | |
|
common
🇫🇮 Se oli iso mispeli
🇬🇷 Ήταν μεγάλο λάθος
🇫🇮 Hän teki mispeliä keskustelussa
🇬🇷 Έκανε ένα λάθος στη συζήτηση
|
colloquial | |
|
rare
🇫🇮 Mispeli voi johtaa tappiokierteeseen
🇬🇷 Η αποτυχία μπορεί να οδηγήσει σε έναν φαύλο κύκλο ήττας
🇫🇮 Kirjassa kuvataan jatkuvaa mispeliä
🇬🇷 Στο βιβλίο περιγράφεται ένας συνεχής κύκλος ήττας
|
literary |