libido Greek
3 translations
| Translation | Context | Audio |
|---|---|---|
|
common
🇫🇮 Libido voi laskea iän myötä
🇬🇷 Η λίμπιντο μπορεί να μειωθεί με την ηλικία
🇫🇮 Hänellä oli suuri libido nuoruudessaan
🇬🇷 Στα νεανικά του χρόνια, είχε μεγάλη λίμπιντο
|
medical | |
|
common
🇫🇮 Libido voi vaihdella ihmisestä toiseen
🇬🇷 Η σεξουαλική επιθυμία μπορεί να διαφέρει από άτομο σε άτομο
🇫🇮 Hänellä oli voimakas libido
🇬🇷 Είχε έντονη σεξουαλική επιθυμία
|
everyday use | |
|
rare
🇫🇮 Tämä termi viittaa libidoun biologiseen mekanismiin
🇬🇷 Αυτή η ορολογία αναφέρεται στον βιολογικό μηχανισμό της λίμπιντο
🇫🇮 Libido liittyy usein hormonien tasapainoon
🇬🇷 Η λίμπιντο συχνά σχετίζεται με την ισορροπία των ορμονών
|
technical |