αντέχω Greek - Catalan

1.


2.

  • Catalanaguantar

  • Greekαντέχω


  • Greekαντέχω, ανέχομαι, υπομένω


  • Greekυπομένω, αντέχω, τραβάω, εγκαρτερώ


3.





English translator: Greek Catalan αντέχω  Eesti sõnaraamat   Español Traductor   Svenska Översättare