δοκιμάζω Greek - Scottish gaelic

1.

  • Greekαποπειρώμαι, δοκιμάζω


2.

  • Greekγεύομαι, δοκιμάζω


3.

  • Greekδοκιμάζω


  • Greekδοκιμάζω, θέτω υπό δοκιμασία


4.

  • Greekγεύομαι, δοκιμάζω





English translator: Greek Scottish gaelic δοκιμάζω  Eesti sõnaraamat   Español Traductor   Svenska Översättare