εκτελώ Greek - German

1.

  • Germanbewirken

  • Greekεκτελώ, αποτελώ, φέρνω αποτέλεσμα


2.

  • Germanbewirken

  • Greekεκτελώ, αποτελώ, φέρνω αποτέλεσμα


3.

  • Greekεκτελώ, εκπληρώ





English translator: Greek German εκτελώ  Eesti sõnaraamat   Español Traductor   Svenska Översättare