außer Greek - Faroese

1.

  • Greekεκτός λειτουργίας, χαλασμένος


2.


3.

  • Faroeseuttan

  • Greekεκτός, πλην, με εξαίρεση, αλλά


4.

  • Greekεξαιρώ


  • Greekεκτός, εξαιρούμενος





English translator: Greek Faroese außer  Eesti sõnaraamat   Español Traductor   Svenska Översättare