αυτοδικαίως Greek - Russian

1.

  • Greekεκ του νόμου, ντε γιούρε, αυτοδικαίως

  • Russianде-ю́ре

  • Greekεκ του νόμου, ντε γιούρε, αυτοδικαίως

  • Russianде-ю́ре





English translator: Greek Russian αυτοδικαίως  Eesti sõnaraamat   Español Traductor   Svenska Översättare